υστερόγραφο
•
- κείμενο το οποίο περιλαμβάνεται στο τέλος επιστολής (κατά κύριο λόγο έντυπης), γιατί ο συγγραφέας της ξέχασε να συμπεριλάβει στο κυρίως κείμενο ή γιατί αναφέρεται σε κάτι που δεν ήταν το κύριο θέμα και δεν ήθελε να το συμπεριλάβει στο κείμενο ή γιατί ήθελε να το ξεχωρίσει για λόγους εντυπωσιασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υστερόγραφο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υστερόγραφος < ύστερα + -ο- + γράφω < (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική post-scriptum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υστερόγραφο | υστερόγραφα |
| Γενική | υστερογράφου / υστερόγραφου | υστερογράφων / υστερόγραφων |
| Αιτιατική | υστερόγραφο | υστερόγραφα |
| Κλητική | υστερόγραφο | υστερόγραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →