Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφέν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήσημάδι (‿) που τίθεται για να δηλώσουμε την συνεκφώνηση δύο γειτονικών φωνηέντων ή διφθόγγων Βικιλεξικό
  2. μουσικήσημάδι (‿) που ενώνει δύο φθογγόσημα της ίδιας οξύτητας, με τη χρονική αξία του δευτέρου να προστίθεται σ’ αυτή του πρώτου, χωρίς όμως να ακουστεί δύο φορές αλλά μία συνεχόμενη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υφέν < (ελληνιστική κοινή) < ὑφ’ + ἕν < αρχαία ελληνική εἷς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →