Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφή

/iˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο τρόπος που διασταυρώνονται οι ίνες του υφάσματος μεταξύ τους Βικιλεξικό
  2. ο τρόπος διάταξης των μορίων ή/και των κυττάρων ενός σώματος ή ενός οργανισμού Βικιλεξικό
  3. η αίσθηση που έχουμε από την επαφή μας με ένα υλικό σώμα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη σύνδεση των ιδιαίτερων μερών ενός συνόλου, μιας κατάστασης ή/και ενός λογοτεχνικού έργου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υφή < αρχαία ελληνική ὑφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυφήυφές
Γενικήυφήςυφών
Αιτιατικήυφήυφές
Κλητικήυφήυφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →