υφή
•
- ο τρόπος που διασταυρώνονται οι ίνες του υφάσματος μεταξύ τους Βικιλεξικό
- ο τρόπος διάταξης των μορίων ή/και των κυττάρων ενός σώματος ή ενός οργανισμού Βικιλεξικό
- η αίσθηση που έχουμε από την επαφή μας με ένα υλικό σώμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη σύνδεση των ιδιαίτερων μερών ενός συνόλου, μιας κατάστασης ή/και ενός λογοτεχνικού έργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφή < αρχαία ελληνική ὑφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υφή | υφές |
| Γενική | υφής | υφών |
| Αιτιατική | υφή | υφές |
| Κλητική | υφή | υφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →