Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφήλιος

/iˈfi.li.os/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. όλη η γη, η οικουμένη, ο κόσμος Βικιλεξικό
    • Με όλους τους αντάρτες, τους παπάδες και τους δασκάλους και την υφήλιο είναι θυμωμένος, γιατί άφησαν, λέει, τους Βουλγάρους να κρεμάσουν τον καπετάν Άγρα. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΛΑ, 1937)

Ετυμολογία

υφήλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑφήλιος (εννοείται: γῆ) < ὑπό (υφ-) + ἥλι(ος) + -ος (που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυφήλιοςυφήλιοι
Γενικήυφηλίουυφηλίων
Αιτιατικήυφήλιουφηλίους
Κλητικήυφήλιευφήλιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →