υφήλιος
•
- όλη η γη, η οικουμένη, ο κόσμος Βικιλεξικό
- Με όλους τους αντάρτες, τους παπάδες και τους δασκάλους και την υφήλιο είναι θυμωμένος, γιατί άφησαν, λέει, τους Βουλγάρους να κρεμάσουν τον καπετάν Άγρα. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΛΑ, 1937)
Ετυμολογία
υφήλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑφήλιος (εννοείται: γῆ) < ὑπό (υφ-) + ἥλι(ος) + -ος (που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υφήλιος | υφήλιοι |
| Γενική | υφηλίου | υφηλίων |
| Αιτιατική | υφήλιο | υφηλίους |
| Κλητική | υφήλιε | υφήλιοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →