υφίσταμαι
•
- υπάρχω Βικιλεξικό
- (απρόσωπο στο γ’ πρόσωπο) υφίσταται: υπάρχει
- υποβάλλομαι, δέχομαι (συνήθως κάτι δυσάρεστο, αρνητικό ή καταπιεστικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφίσταμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑφίσταμαι μεσοπαθητική φωνή του ρήματος ὑφίστημι < (ὑπό) ὑφ- + ἵσταμαι, μεσοπαθητική φωνή του ἵστημι
Άλλοι τύποι
υπέστηνυφιστάμην
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →