υφαίρεση
•
- οικονομίαο υπολογισμός του ποσού που αφαιρείται από το χρέος, όταν αυτό προεξοφλείται (διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική υφαίρεση) Βικιλεξικό
- γραμματικήη αποβολή του ενός από δύο συνεχόμενα βραχέα φωνήεντα Βικιλεξικό
- η αποβολή του ι των διφθόγγων
- νομικός όροςκλοπή από συνεργάτη, συνεταίρο ή συγγενή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφαίρεση < αρχαία ελληνική ὑφαίρεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υφαίρεση | υφαιρέσεις |
| Γενική | υφαίρεσης | υφαιρέσεων |
| Αιτιατική | υφαίρεση | υφαιρέσεις |
| Κλητική | υφαίρεση | υφαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →