Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφαντουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υφαντουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υφαντουργικός < υφαντουργία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυφαντουργικόςυφαντουργικήυφαντουργικό
Γενικήυφαντουργικούυφαντουργικήςυφαντουργικού
Αιτιατικήυφαντουργικόυφαντουργικήυφαντουργικό
Κλητικήυφαντουργικέυφαντουργικήυφαντουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυφαντουργικοίυφαντουργικέςυφαντουργικά
Γενικήυφαντουργικώνυφαντουργικώνυφαντουργικών
Αιτιατικήυφαντουργικούςυφαντουργικέςυφαντουργικά
Κλητικήυφαντουργικοίυφαντουργικέςυφαντουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →