υφαντουργικός
•
- σχετικός με την υφαντουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφαντουργικός < υφαντουργία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υφαντουργικός | υφαντουργική | υφαντουργικό |
| Γενική | υφαντουργικού | υφαντουργικής | υφαντουργικού |
| Αιτιατική | υφαντουργικό | υφαντουργική | υφαντουργικό |
| Κλητική | υφαντουργικέ | υφαντουργική | υφαντουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υφαντουργικοί | υφαντουργικές | υφαντουργικά |
| Γενική | υφαντουργικών | υφαντουργικών | υφαντουργικών |
| Αιτιατική | υφαντουργικούς | υφαντουργικές | υφαντουργικά |
| Κλητική | υφαντουργικοί | υφαντουργικές | υφαντουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →