Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφυπουργείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τμήμα ενός υπουργείου που καλύπτει και διαχειρίζεται ένα συγκεκριμένο τομέα με διακριτές αρμοδιότητες Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο κτήριο που στεγάζονται οι υπηρεσίες του υφυπουργείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υφυπουργείο μαρτυρείται από το 1887 στην καθαρεύουσα (ὑφυπουργεῖον) < υφυπουργ(ός) + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυφυπουργείουφυπουργεία
Γενικήυφυπουργείουυφυπουργείων
Αιτιατικήυφυπουργείουφυπουργεία
Κλητικήυφυπουργείουφυπουργεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →