υφυπουργός
•
- το μέλος της κυβέρνησης που υπηρετεί υπό έναν υπουργό και έχει την ευθύνη ενός υφυπουργείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφυπουργός < υφ- + υπουργός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sous-ministre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υφυπουργός | υφυπουργοί |
| Γενική | υφυπουργού | υφυπουργών |
| Αιτιατική | υφυπουργό | υφυπουργούς |
| Κλητική | υφυπουργέ | υφυπουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →