υχιά
•
- ιδιωματικότοπικό ναξιώτικο μέτρο για πολύ μικρή ποσότητα, που αριθμείται πάντα μία ("μιά υχιά") Βικιλεξικό
- - να σου βάλω λίγη ρακί, θα πιεις; -βάλε μιά υχιά
- Δε θέλει το προζύμι ζύμωμα, ετσά μια 'υχιά τ' ανεκατώνουνε (Κέντρο Λαογραφίας, από το Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου, Παροιμίες από την Απείρανθο της Νάξου, Αθήναι, 1963, σελ. 144 https://web.archive.org/web/20240803075149/http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/209871)
Ετυμολογία
υχιά < μια νυχιά με σίγηση ... < νύχι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υχιά | υχιές |
| Γενική | υχιάς | υχιών |
| Αιτιατική | υχιά | υχιές |
| Κλητική | υχιά | υχιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →