Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υψηλόφωνος

/i.psiˈlo.fo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει δυνατή φωνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υψηλόφωνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑψηλόφωνος. Μορφολογικά αναλύεται σε υψηλό- + -φωνος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυψηλόφωνοςυψηλόφωνηυψηλόφωνο
Γενικήυψηλόφωνουυψηλόφωνηςυψηλόφωνου
Αιτιατικήυψηλόφωνουψηλόφωνηυψηλόφωνο
Κλητικήυψηλόφωνευψηλόφωνηυψηλόφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυψηλόφωνοιυψηλόφωνεςυψηλόφωνα
Γενικήυψηλόφωνωνυψηλόφωνωνυψηλόφωνων
Αιτιατικήυψηλόφωνουςυψηλόφωνεςυψηλόφωνα
Κλητικήυψηλόφωνοιυψηλόφωνεςυψηλόφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →