Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υψομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υψομετρία Βικιλεξικό
    • Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)

Ετυμολογία

υψομετρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυψομετρικόςυψομετρικήυψομετρικό
Γενικήυψομετρικούυψομετρικήςυψομετρικού
Αιτιατικήυψομετρικόυψομετρικήυψομετρικό
Κλητικήυψομετρικέυψομετρικήυψομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυψομετρικοίυψομετρικέςυψομετρικά
Γενικήυψομετρικώνυψομετρικώνυψομετρικών
Αιτιατικήυψομετρικούςυψομετρικέςυψομετρικά
Κλητικήυψομετρικοίυψομετρικέςυψομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →