υψωμένος
•
- που έχει υψωθεί Βικιλεξικό
- Με το φόρεμά της υψωμένον μέχρι της οσφύος, με τον κώλον της γυμνόν και τουρλωμένον... (Ανδρ. Εμπειρίκος, "Μέγας Ανατολικός")
- Με υψωμένη τη φωνή / Η υψωμένη σημαία / Το υψωμένο φρύδι
- μεταφορικάπου έχει εξυψωθεί Βικιλεξικό
- Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα, με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη (Κ. Βάρναλης, Πρωτομαγιά του 1944)
- που ορθώνεται σε κάποιο σημείο, που δεσπόζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υψωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υψώνω, υψώνομαι < ὑψόω-ὑψῶ
Άλλοι τύποι
υψωμέναυψωμένευψωμένεςυψωμένηυψωμένηςυψωμένουψωμένοιυψωμένοςυψωμένουυψωμένουςυψωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →