Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υψωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει υψωθεί Βικιλεξικό
    • Με το φόρεμά της υψωμένον μέχρι της οσφύος, με τον κώλον της γυμνόν και τουρλωμένον... (Ανδρ. Εμπειρίκος, "Μέγας Ανατολικός")
    • Με υψωμένη τη φωνή / Η υψωμένη σημαία / Το υψωμένο φρύδι
  2. μεταφορικάπου έχει εξυψωθεί Βικιλεξικό
    • Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα, με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη (Κ. Βάρναλης, Πρωτομαγιά του 1944)
  3. που ορθώνεται σε κάποιο σημείο, που δεσπόζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υψωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υψώνω, υψώνομαι < ὑψόω-ὑψῶ

Άλλοι τύποι

υψωμέναυψωμένευψωμένεςυψωμένηυψωμένηςυψωμένουψωμένοιυψωμένοςυψωμένουυψωμένουςυψωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →