Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φάκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ποντικοπαγίδα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη παγίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φάκα < (άμεσο δάνειο) τουρκική fak < αραβική فخ (fak)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφάκαφάκες
Γενικήφάκαςφακών
Αιτιατικήφάκαφάκες
Κλητικήφάκαφάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →