Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φάλαγγα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παράταξη σώματος οπλιτών του στρατού ή παραστρατιωτικός σχηματισμός Βικιλεξικό
    • η μακεδονική φάλαγγα των αρχαίων Μακεδόνων, η λοξή φάλαγγα των Θηβαίων
    • η πέμπτη φάλαγγα των φασιστών της Μαδρίτης και μεταφορικά ο σύμμαχος του εχθρού που έχει διεισδύσει στο εσωτερικό
    • Είναι πολύ γνωστή η παράσταση στο Κορινθιακό αγγείο (οινοχόη Chigi) όπου ένας νεαρός αυλητής συνοδεύει την φάλαγγα των στρατιωτών στη μάχη (Imago Musicae, Τόμοι 21-22, εκδ. Bärenreiter-Verlag, 2004, σελ. 14)
  2. ένα από τα τρία επιμήκη οστά των δακτύλων -ένα από τα δύο στον αντίχειρα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού Βικιλεξικό
    • ονυχοφόροι φάλαγγες είναι άκρες φάλαγγες
  3. ο οριζόντιος μοχλός της ζυγαριάς από τον οποιο εξαρτώνται οι πλάστιγγες, η τρυτάνη του ζυγού Βικιλεξικό
  4. βασανιστήριο στο οποίο οι βασανιστές ακινητοποιούν τα πόδια του κρατουμένου και τον χτυπούν στα πέλματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φάλαγγα < αρχαία ελληνική φάλαγξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφάλαγγαφάλαγγες
Γενικήφάλαγγαςφαλαγγών
Αιτιατικήφάλαγγαφάλαγγες
Κλητικήφάλαγγαφάλαγγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →