Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φάμπρικα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοτο εργοστάσιο Βικιλεξικό
    • Σφυρίζει η φάμπρικα, μόλις χαράζει, οι εργάτες τρέχουν για τη δουλειά, / για να δουλέψουνε όλη τη μέρα· γεια σου, περήφανη κι αθάνατη εργατιά.
  2. μεταφορικάτρόπος για να εξαπατήσεις τους άλλους Βικιλεξικό
    • Η φάμπρικα των ΜΚΟ: Οταν στη χώρα των δέκα εκατομμυρίων κατοίκων έχουν ξεφυτρώσει, κατά ορισμένους υπολογισμούς, 30.000 Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, δεν χρειάζονται άλλα... κίνητρα για να ξυπνήσουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους. Η φάμπρικα που στήθηκε, με τη συνδρομή διεθνών οργανισμών, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει προμετωπίδα τον εθελοντισμό, την αλληλεγγύη σε πάσχοντες και γενικά το κοινωνικό έργο. (*enet.gr)

Ετυμολογία

φάμπρικα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fabbrica < λατινική fabrica < faber < πρωτοϊταλική *fabros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰabʰ-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφάμπρικαφάμπρικες
Γενικήφάμπρικας—
Αιτιατικήφάμπρικαφάμπρικες
Κλητικήφάμπρικαφάμπρικες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →