φάρα
•
- γενικά η οικογένεια, το γένος από το οποίο κατάγεται κάποιος Βικιλεξικό
- Γενεαλογική καταγωγή, όπου η φάρα χαρακτηρίζεται από το όνομα του γενάρχη. Π.χ. Νταλιπέ (Νταλιπαίοι), Αριφέ (Αριφαίοι) κοκ (Καλογιάννης Ιωάννης, Πτυχιακή Εργασία Οι Τσιγγάνοι Στην Ελλάδα. Ο Ρόλος Της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Στις Διαδικασίες Ενσωμάτωσης Και Ένταξής Τους Στην Ελληνική Κοινωνία. Περίπτωση Μελέτης Δήμου Ερέτριας, ΤΕΙ Καλαμάτας Σχολή Διοίκησης Και Οικονομίας, Καλαμάτα, 2002 https://web.archive.org/web/20240401191506/http://nestor.teipel.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/15837/SDO_DMTA_00191_Medium.pdf?sequence=1)
Ετυμολογία
φάρα < (άμεσο δάνειο) αλβανική fara (σπόρος, γένος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάρα | φάρες |
| Γενική | φάρας | — |
| Αιτιατική | φάρα | φάρες |
| Κλητική | φάρα | φάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →