φάριο
•
- ενδυμασίατο κόκκινο κάλυμμα της κεφαλής (φέσι με μακριά μαύρη φούντα) που φορούν οι εύζωνοι Βικιλεξικό
- Το «φάριο» θυμίζει ένα τούρκικο φέσι, αλλά έχει και μια μικρή ελληνική σημαία μπροστά (Vasili Bachtsevanidis, Πάμε! Pame! A2: Der Griechischkurs. Kursbuch. Μόναχο: Hueber Verlag, 2012, σ. 28. ISBN 978-3-19-005462-6· google books, πρόσβαση: 2020-12-29)
Ετυμολογία
φάριο < (καθαρεύουσα) φάριον < ελληνιστική κοινή φάριον < αρχαία ελληνική φᾶρος (κομμάτι υφάσματος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάριο | φάρια |
| Γενική | φάριου / φαρίου | φάριων / φαρίων |
| Αιτιατική | φάριο | φάρια |
| Κλητική | φάριο | φάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →