φάρσωμα
•
- το χώρισμα, η τοποθέτηση κάπως πρόχειρης, ξύλινης μεσοτοιχίας Βικιλεξικό
- Αἱ τεγίδες ἐκαλοῦντο διατόνια ἢ πατερά, ἡ δὲ πεταύρωσις πέταυρα. Οἱ τοῖχοι ἐκαλοῦντο τοιχία, ἐνίοτε δὲ τὰ διάφορα διαμερίσματα τῆς οἰκίας ἐχωρίζοντο διὰ ξυλίνων ψευδοτοίχων, τῶν φαρσωμάτων, (Ζήσιμος Α. Τζάρτζανος, Περί των λαϊκών τεχνικών όρων της οικοδομικής (των μεγάλων αστικών κέντρων) μετά λεξικού αυτών, Τυπογραφείον Φ. Κωνσταντινίδη και Κ. Μιχάλα, Αθήνα, 1961)
- παλιότερα, το κομμάτι, η λωρίδα, το κλάσμα, γενικά το τμήμα από κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάρσωμα < αρχαία ελληνική φάρσος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάρσωμα | φαρσώματα |
| Γενική | φαρσώματος | φαρσωμάτων |
| Αιτιατική | φάρσωμα | φαρσώματα |
| Κλητική | φάρσωμα | φαρσώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →