φάσκιωμα
•
- το σπαργάνωμα του βρέφους με φασκιές, το τύλιγμά του με ειδικη λωρίδα υφάσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάσκιωμα < φασκιώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάσκιωμα | φασκιώματα |
| Γενική | φασκιώματος | φασκιωμάτων |
| Αιτιατική | φάσκιωμα | φασκιώματα |
| Κλητική | φάσκιωμα | φασκιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →