φέγγω
•
- προσωπικόακτινοβολώ, εκπέμπω μια λάμψη Βικιλεξικό
- Κάθε φορά που της τηλεφωνεί ο κανακάρης της, φέγγει το πρόσωπό της.
- Φέγγει το φεγγάρι.
- προσωπικόφωτίζω κάτι με ένα μέσο Βικιλεξικό
- Δεν κρατάς καλά το φακό! Εδώ φέξε μου!
- (ειρωνικό) φέξε μου και γλίστρησα
- προσωπικόόταν κάποιος χάνει πολλά κιλά Βικιλεξικό
- Φάε κάτι, παιδί μου. Έφεξες πια.
- απρόσωπο, για μια πηγή φωτός όχι απαραιτήτως ορατή, που προκαλεί έναν διάχυτο αμυδρό φωτισμό, μια λάμψη όχι ιδιαίτερα έντονη, ανταύγεια Βικιλεξικό
- Αντε να πάμε για ύπνο, έφεξε πια για τα καλά. (ξημέρωσε)
- απρόσωποη απρόσμενη τύχη Βικιλεξικό
- Άντε τυχερέ! Σου έφεξε πάλι!
Ετυμολογία
φέγγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φέγγω < φέγγος (συγγενές του φάος)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φέγγω | φέγγεις | φέγγει | φέγγουμε | φέγγετε | φέγγουν / φέγγουνε |
| Παρατατικός | έφεγγα | έφεγγες | έφεγγε | φέγγαμε | φέγγατε | έφεγγαν / φέγγαν / φέγγανε |
| Αόριστος | έφεξα | έφεξες | έφεξε | φέξαμε | φέξατε | έφεξαν / φέξαν / φέξανε |
| Μέλλοντας | θα φέγγω / θα φέξω | θα φέγγεις / θα φέξεις | θα φέγγει / θα φέξει | θα φέγγουμε / θα φέξουμε | θα φέγγετε / θα φέξετε | θα φέγγουν / θα φέγγουνε / θα φέξουν / θα φέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω φέξει | έχεις φέξει | έχει φέξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φέξει | είχες φέξει | είχε φέξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φέξει / να φέγγω / να φέξω | να έχεις φέξει / να φέγγεις / να φέξεις | να έχει φέξει / να φέγγει / να φέξει | να φέγγουμε / να φέξουμε | να φέγγετε / να φέξετε | να φέγγουν / να φέγγουνε / να φέξουν / να φέξουνε |
| Προστακτική | — | έχε φεγμένο / φέγγε / φέξε | — | — | φέγγετε / φέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →