φέλιασμα
•
- ιδιωματικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φελιάζω Βικιλεξικό
- πρόσθετο κομμάτι υφάσματος που ράβεται πάνω σε άλλο Βικιλεξικό
- Δεν έχει αρκετό ποδόγυρο το φόρεμα. Για να σʼ το μακρύνω, πρέπει να ράψω φελιάσματα.
- μπόλιασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φέλιασμα < φελιασ-, όπως στο ρήμα φελιάζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φέλιασμα | φελιάσματα |
| Γενική | φελιάσματος | φελιασμάτων |
| Αιτιατική | φέλιασμα | φελιάσματα |
| Κλητική | φέλιασμα | φελιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →