Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φέλιασμα

/ˈfe.ʎa.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φελιάζω Βικιλεξικό
  2. πρόσθετο κομμάτι υφάσματος που ράβεται πάνω σε άλλο Βικιλεξικό
    • Δεν έχει αρκετό ποδόγυρο το φόρεμα. Για να σʼ το μακρύνω, πρέπει να ράψω φελιάσματα.
  3. μπόλιασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φέλιασμα < φελιασ-, όπως στο ρήμα φελιάζω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφέλιασμαφελιάσματα
Γενικήφελιάσματοςφελιασμάτων
Αιτιατικήφέλιασμαφελιάσματα
Κλητικήφέλιασμαφελιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →