φέρελπις
•
- λόγιοπου φέρει ελπίδα, δημιουργεί ελπίδα Βικιλεξικό
- φερέλπιδες νέοι
Ετυμολογία
φέρελπις < (καθαρεύουσα) φέρελπις < αρχαία ελληνική φέρ(ω) + ἐλπίς κατά το εὔελπις
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φέρελπις | φέρελπις | φέρελπι |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →