φέρσιμο
•
- λαϊκότροποσυμπεριφορά Βικιλεξικό
- Ποια σύζυγος, μετά από τέτοιο φέρσιμο, θα του παραστεκότανε; Μα, να ερωτοτροπεί με την τσουλάρα; Χαρά στη γυναίκα ! Ήταν άξιος της μοίρας του. (Χρήστος Ναούμ, Άσωτοι έρωτες, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
φέρσιμο < μεσαιωνική ελληνική φέρσιμο < αρχαία ελληνική φέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φέρσιμο | φερσίματα |
| Γενική | φερσίματος | φερσιμάτων |
| Αιτιατική | φέρσιμο | φερσίματα |
| Κλητική | φέρσιμο | φερσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →