Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φέτα

/ˈfe.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λεπτό κομμάτι σε όλο το πλάτος από κάτι, συνήθως φαγώσιμο Βικιλεξικό
    • Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
  2. ειδικότεραείδος μαλακού λευκού (αλμυρού) τυριού που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο ή αιγοπρόβειο γάλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fetta < (ίσως) δημώδης λατινική *offecta (κομματάκι) < λατινική offa < πρωτοκελτική *yffl (κομματάκι, τεμάχιο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφέταφέτες
Γενικήφέταςφετών
Αιτιατικήφέταφέτες
Κλητικήφέταφέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →