φίλεμα
•
- η προσφορά φαγητού ή γλυκού σε γνωστούς, το κέρασμα, το τρατάρισμα Βικιλεξικό
- η προσφορά φαγητού σε κάποιους που έχουν ανάγκη, ως ευγενική φιλανθρωπία που δεν τους μειώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φίλεμα < φιλεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φίλεμα | φιλέματα |
| Γενική | φιλέματος | φιλεμάτων |
| Αιτιατική | φίλεμα | φιλέματα |
| Κλητική | φίλεμα | φιλέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →