Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φίμωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να κλείνει κάποιος το στόμα άλλου για να τον σωπάσει είτε κυριολεκτικά είτε για να ελέγξει τα όσα θα πει, δηλαδή για να τον λογοκρίνει Βικιλεξικό
  2. η τοποθέτηση φιμώτρου σε ζώο για να μη δαγκάσει ή επειδή έτσι επιβάλλει προληπτικά ο νόμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φίμωμα < φιμώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφίμωμαφιμώματα
Γενικήφιμώματοςφιμωμάτων
Αιτιατικήφίμωμαφιμώματα
Κλητικήφίμωμαφιμώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →