φίμωμα
•
- το να κλείνει κάποιος το στόμα άλλου για να τον σωπάσει είτε κυριολεκτικά είτε για να ελέγξει τα όσα θα πει, δηλαδή για να τον λογοκρίνει Βικιλεξικό
- η τοποθέτηση φιμώτρου σε ζώο για να μη δαγκάσει ή επειδή έτσι επιβάλλει προληπτικά ο νόμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φίμωμα < φιμώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φίμωμα | φιμώματα |
| Γενική | φιμώματος | φιμωμάτων |
| Αιτιατική | φίμωμα | φιμώματα |
| Κλητική | φίμωμα | φιμώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →