φίνα
•
- τέλεια, πολύ καλά, θαυμάσια Βικιλεξικό
- Περάσαμε φίνα
- με ραφινάτο τρόπο, λεπτό, διακριτικό Βικιλεξικό
- Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι/στα μακελειά τους, χρόνια, οι μπαζαδόροι./Κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα,/στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα. (βάρναλης, "Η ώρα φτάνει")
Ετυμολογία
φίνα < από τον πληθ. του ουδετέρου του επιθέτου φίνος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →