Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φίνα

επίρρημα
•
  1. τέλεια, πολύ καλά, θαυμάσια Βικιλεξικό
    • Περάσαμε φίνα
  2. με ραφινάτο τρόπο, λεπτό, διακριτικό Βικιλεξικό
    • Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι/στα μακελειά τους, χρόνια, οι μπαζαδόροι./Κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα,/στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα. (βάρναλης, "Η ώρα φτάνει")

Ετυμολογία

φίνα < από τον πληθ. του ουδετέρου του επιθέτου φίνος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →