φίνος
•
- ο ραφινάτος, άψογος σε όλα και κυρίως στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά, αβρόςμε κυρίαρχο στοιχείο την ευγένεια και τους λεπτούς τρόπους Βικιλεξικό
- Φίνος άνθρωπος (εξαιρετικός, ευγενής, περίφημος άνθρωπος)
- Φίνα συμπεριφορά
- Το φόρεμα στη γαμήλια γιορτή πρέπει να είναι από φίνο ύφασμα (λεπτό, πολύ καλά επεξεργασμένο)
- Φίνο άρωμα (αυτό που δεν είναι βαρύ, αλλά διακριτικό, λεπτό και συνάμα πολύ όμορφο)
- φίνα :το ουδέτερο στον πληθυντικό δεν συνηθίζεται και χρησιμοποιείται κυρίως ως επίρρημα (σημαίνει περίφημα,τέλεια, πολύ καλά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φίνος < μεσαιωνική ελληνική φίνος < ιταλικό fino (όριο, λεπτός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →