Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φίνος

επίθετο
•
  1. ο ραφινάτος, άψογος σε όλα και κυρίως στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά, αβρόςμε κυρίαρχο στοιχείο την ευγένεια και τους λεπτούς τρόπους Βικιλεξικό
    • Φίνος άνθρωπος (εξαιρετικός, ευγενής, περίφημος άνθρωπος)
    • Φίνα συμπεριφορά
    • Το φόρεμα στη γαμήλια γιορτή πρέπει να είναι από φίνο ύφασμα (λεπτό, πολύ καλά επεξεργασμένο)
    • Φίνο άρωμα (αυτό που δεν είναι βαρύ, αλλά διακριτικό, λεπτό και συνάμα πολύ όμορφο)
  2. φίνα :το ουδέτερο στον πληθυντικό δεν συνηθίζεται και χρησιμοποιείται κυρίως ως επίρρημα (σημαίνει περίφημα,τέλεια, πολύ καλά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φίνος < μεσαιωνική ελληνική φίνος < ιταλικό fino (όριο, λεπτός)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →