Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φίσα

/ˈfi.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καρτελάκι ή μικρού σχετικά μεγέθους δελτίο καταγραφής στοιχείων, ταξινόμησης ή αρχειοθέτησης, από χαρτί ή χαρτόνι Βικιλεξικό
    • —Τό Τμῆμα Πληροφοριῶν νά μοῦ στείλει ὁλοταχῶς τή φίσα «Κωστής Ρούσης», ἀπολύτως ἐνημερωμένη.
  2. σπάνιοκομμάτι κόκαλου ή πλαστικού που διατίθεται σε διάφορα μεγέθη και σχήματα και χρησιμοποιείται ως αντιπροσώπευση ενός χρηματικού ποσού σε τυχερά παιχνίδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φίσα < (άμεσο δάνειο) γαλλική fiche + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφίσαφίσες
Γενικήφίσαςφισών
Αιτιατικήφίσαφίσες
Κλητικήφίσαφίσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →