φίστουλα
•
- ιατρικήη χειρουργική σύνδεση αρτηρίας με φλέβα για την ενίσχυση της ροής του αίματος και τη διευκόλυνση της αγγειακής πρόσβασης Βικιλεξικό
- ιατρικήο σχετικός ειδικός καθετήρας Βικιλεξικό
- ιατρικήπαθολογικό κανάλι που δημιουργείται μεταξύ δύο εσωτερικών οργάνων ή μεταξύ εσωτερικού οργάνου και της επιφάνειας του σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φίστουλα < γαλλική fistule < λατινική fistula
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φίστουλα | φίστουλες |
| Γενική | φίστουλας | φιστουλών |
| Αιτιατική | φίστουλα | φίστουλες |
| Κλητική | φίστουλα | φίστουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →