φαΐ
•
- το φαγητό Βικιλεξικό
- Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
- μεταφορικάη κονόμα, η μάσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαΐ < μεσαιωνική ελληνική φαγί < το φαγεῖν < αρχαία ελληνική φαγεῖν, απαρέμφατο του ἔφαγον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαΐ | φαγιά |
| Γενική | φαγιού | φαγιών |
| Αιτιατική | φαΐ | φαγιά |
| Κλητική | φαΐ | φαγιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →