φαίνεσθαι
•
- κυριολεκτικάαυτό που φαίνεται, που βλέπεται Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο ψευδές, εν αντιθέσει προς το αληθές Βικιλεξικό
- Το φαίνεσθαι και το είναι.
- η προσποίηση Βικιλεξικό
- Το έκανε μόνο για το φαίνεσθαι, αλλά στ' αλήθεια δε νοιώθει έτσι.
Ετυμολογία
φαίνεσθαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φαίνεσθαι.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →