φαίνεται
•
- τρίτο ενικό πρόσωπο ως απρόσωπο ρήμαδίνεται η εντύπωση, θεωρείται Βικιλεξικό
- Φαίνεται ότι δε θα μπορέσουμε να ταξιδέψουμε.
- (+ γενική προσωπικής αντωνυμίας) μου φαίνεται
- τρίτο ενικό πρόσωπο ως απρόσωπο ρήμαείναι πιθανό, υπάρχει πιθανότητα Βικιλεξικό
- Φαίνεται ότι θα βρέξει· έχουν μαζευτεί πολλά σύννεφα.
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
φάνηκεφαινότανφανεί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →