φαγουρίζω
•
- νιώθω φαγούρα (δόκιμο μόνο στο τρίτο πρόσωπο) Βικιλεξικό
- Με φαγουρίζει το χέρι μου. Λες να πάρω λεφτά; (με τρώει το χέρι μου, έχω φαγούρα στο χέρι)
Ετυμολογία
φαγουρίζω < φαγούρα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαγουρίζω | φαγουρίζεις | φαγουρίζει | φαγουρίζουμε | φαγουρίζετε | φαγουρίζουν / φαγουρίζουνε |
| Παρατατικός | φαγούριζα | φαγούριζες | φαγούριζε | φαγουρίζαμε | φαγουρίζατε | φαγουρίζαν / φαγουρίζανε / φαγούριζαν |
| Αόριστος | φαγούρισα | φαγούρισες | φαγούρισε | φαγουρίσαμε | φαγουρίσατε | φαγουρίσαν / φαγουρίσανε / φαγούρισαν |
| Μέλλοντας | θα φαγουρίζω / θα φαγουρίσω | θα φαγουρίζεις / θα φαγουρίσεις | θα φαγουρίζει / θα φαγουρίσει | θα φαγουρίζουμε / θα φαγουρίσουμε | θα φαγουρίζετε / θα φαγουρίσετε | θα φαγουρίζουν / θα φαγουρίζουνε / θα φαγουρίσουν / θα φαγουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φαγουρίσει | έχεις φαγουρίσει | έχει φαγουρίσει | έχουμε φαγουρίσει | έχετε φαγουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φαγουρίσει | είχες φαγουρίσει | είχε φαγουρίσει | είχαμε φαγουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φαγουρίσει / να φαγουρίζω / να φαγουρίσω | να έχεις φαγουρίσει / να φαγουρίζεις / να φαγουρίσεις | να έχει φαγουρίσει / να φαγουρίζει / να φαγουρίσει | να έχουμε φαγουρίσει / να φαγουρίζουμε / να φαγουρίσουμε | να έχετε φαγουρίσει / να φαγουρίζετε / να φαγουρίσετε | να φαγουρίζουν / να φαγουρίζουνε / να φαγουρίσουν / να φαγουρίσουνε |
| Προστακτική | — | φαγούριζε / φαγούρισε | — | — | φαγουρίζετε / φαγουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →