φαιδρολόγημα
•
- λόγος που προκαλεί χαρά και ευχαρίστηση Βικιλεξικό
- λόγος που περιέχει γελοιότητες και κενολογίες και δεν λαμβάνεται στα σοβαρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαιδρολόγημα < φαιδρολογ(ώ) + -ημα, (μαρτυρείται από το 1891)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαιδρολόγημα | φαιδρολογήματα |
| Γενική | φαιδρολογήματος | φαιδρολογημάτων |
| Αιτιατική | φαιδρολόγημα | φαιδρολογήματα |
| Κλητική | φαιδρολόγημα | φαιδρολογήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →