Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαινομενικά

επίρρημα
•
  1. κατά τα φαινόμενα, έτσι όπως φαίνεται, κρίνοντας από τα φαινόμενα, επιφανειακά, επιδερμικά, ίσως αναληθώς, μπορεί εσφαλμένα (για κάτι που αμφισβητείται έμμεσα η πιστότητά του) Βικιλεξικό
    • Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη Σταθή, Αχιλλέας Κυριακίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 95)

Ετυμολογία

φαινομενικά < (καθαρεύουσα)φαινομενικῶς < μεταγενέστερη ή (ελληνιστική κοινή)φαινομένως

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →