Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαινομηρίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαρακτηρισμός για τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες που φορούσαν ανοιχτό στα πλάγια ένδυμα, ώστε να φαίνονται οι μηροί τους Βικιλεξικό
  2. ανοιχτό στα πλάγια ένδυμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαινομηρίδα < αρχαία ελληνική φαινομηρίς < φαίνω + μηρός + καταλ. -ίς/-ίδος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαινομηρίδαφαινομηρίδες
Γενικήφαινομηρίδαςφαινομηρίδων
Αιτιατικήφαινομηρίδαφαινομηρίδες
Κλητικήφαινομηρίδαφαινομηρίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →