Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαινοτυπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με το φαινότυπο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαινοτυπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική phenotypic < phenotype < αρχαία ελληνική φαίνω + τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαινοτυπικόςφαινοτυπικήφαινοτυπικό
Γενικήφαινοτυπικούφαινοτυπικήςφαινοτυπικού
Αιτιατικήφαινοτυπικόφαινοτυπικήφαινοτυπικό
Κλητικήφαινοτυπικέφαινοτυπικήφαινοτυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαινοτυπικοίφαινοτυπικέςφαινοτυπικά
Γενικήφαινοτυπικώνφαινοτυπικώνφαινοτυπικών
Αιτιατικήφαινοτυπικούςφαινοτυπικέςφαινοτυπικά
Κλητικήφαινοτυπικοίφαινοτυπικέςφαινοτυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →