φαινόλη
•
- Η λεξη φαινόλη, όταν χρησιμοποιείται μεμονωμένα, σημαίνει το υδροξυβενζόλιο ή καρβολικό οξύ (παλαιότερες ονομασίες) και είναι μια από τις πιο απλές και βασικές φαινόλες. Αποτελεί απολυμαντική ουσία και είναι παράγωγο του βενζολίου Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό οι φαινόλες, αναφέρονται σε μια μεγάλη ομάδα ενώσεων των αρωματικών υδρογονανθράκων Βικιλεξικό
- Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», ebooks.edu.gr, ανακτήθηκε στις 10/1/2026 https://old.ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B132/770/5034,23006/)
Ετυμολογία
φαινόλη < απόδοση του χημικού όρου phenol
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαινόλη | φαινόλες |
| Γενική | φαινόλης | φαινολών |
| Αιτιατική | φαινόλη | φαινόλες |
| Κλητική | φαινόλη | φαινόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →