φαιοχίτων
•
- αυτός που φορά γκρίζο ή σκούρο χιτώνα, ο παπάς κ.α. Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκαλούνται φαιοχίτωνες καί οι μελανοχίτωνες φασίστες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαιοχίτων < φαιός + χιτών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →