φαλαινοθηρικός
•
- ο σχετικός με την αλιεία φαλαινών, με το κυνήγι, την θήρα της φάλαινας, με τη φαλαινοθηρία Βικιλεξικό
- φαλαινοθηρικός στόλος
Ετυμολογία
φαλαινοθηρικός < φαλαινοθήρας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαλαινοθηρικός | φαλαινοθηρική | φαλαινοθηρικό |
| Γενική | φαλαινοθηρικού | φαλαινοθηρικής | φαλαινοθηρικού |
| Αιτιατική | φαλαινοθηρικό | φαλαινοθηρική | φαλαινοθηρικό |
| Κλητική | φαλαινοθηρικέ | φαλαινοθηρική | φαλαινοθηρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαλαινοθηρικοί | φαλαινοθηρικές | φαλαινοθηρικά |
| Γενική | φαλαινοθηρικών | φαλαινοθηρικών | φαλαινοθηρικών |
| Αιτιατική | φαλαινοθηρικούς | φαλαινοθηρικές | φαλαινοθηρικά |
| Κλητική | φαλαινοθηρικοί | φαλαινοθηρικές | φαλαινοθηρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →