φαλλός
•
- ανθρώπινο σώματο ανδρικό γεννητικό μόριο ή όργανο, το πέος Βικιλεξικό
- Οι παραστάσεις φαλλών δεν έπαψαν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Η παλαιότερη παράσταση φαλλού σκαλισμένη σε κέρατο βίσωνα ανάγεται στις αρχές της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου (Ωρινάκεια, 33.000-26.000 χρόνια από σήμερα) και βρέθηκε τη Γαλλία στη βραχοσκεπή Blanchard des Roches, στο Sergead της Dordogne. (Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, Τα Προϊστορικά κοσμήματα της Θεσσαλίας, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2001, σελ. 58)
- Η αφάνιση φαλλού του έθνους, δηλαδή η λανθάνουσα ταύτιση έθνους και φαλλού, αποτελεί τη μορφή που λαμβάνει ο ελληνισμός μέσα στην καβαφική ποίηση. Η απουσία του φαλλού μεταπλάθεται σε απουσία εθνικού λόγου, σε κενό πολιτισμικής θέσεως. (Μιχάλης Πιερής, Η ποίηση του κράματος: μοντερνισμός και διαπολιτισμικότητα στο έργο του Καβάφη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2008, σελ. 26)
Ετυμολογία
φαλλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φαλλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαλλός | φαλλοί |
| Γενική | φαλλού | φαλλών |
| Αιτιατική | φαλλό | φαλλούς |
| Κλητική | φαλλέ | φαλλοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →