φαμελιάρης
•
- που έχει φαμελιά, οικογενειάρχης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαμελιάρης < φαμελιά + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαμελιάρης | φαμελιάρηδες |
| Γενική | φαμελιάρη | φαμελιάρηδων |
| Αιτιατική | φαμελιάρη | φαμελιάρηδες |
| Κλητική | φαμελιάρη | φαμελιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →