φαμπρικάρω
•
- κατασκευάζω βιομηχανικά προϊόντα ή προϊόντα εργοστασίου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατασκευάζω μια ψεύτικη ιστορία, αναληθή, την εφευρίσκω για να καλύψω συνήθως κάτι που έκανα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαμπρικάρω < φάμπρικα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →