φανέρωμα
•
- η εκδήλωση, η αποκάλυψη, το να έρχεται στο φως ένα κρυφό συναίσθημα, κινητρο ή ένα αντικείμενο χαμένο, κρυμμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανέρωμα < φανερώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φανέρωμα | φανερώματα |
| Γενική | φανερώματος | φανερωμάτων |
| Αιτιατική | φανέρωμα | φανερώματα |
| Κλητική | φανέρωμα | φανερώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →