Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαναρτζοδουλειά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκτέλεση εργασιών στο αμάξωμα και κυρίως στις λαμαρίνες ή στα φανάρια ενός αυτοκινήτου Βικιλεξικό
  2. Μην πας άδικα στον ηλεκτρολόγο, αυτό θέλει φαναρτζοδουλειά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαναρτζοδουλειά < φαναρτζ(ής) + -ο- + δουλειά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαναρτζοδουλειάφαναρτζοδουλειές
Γενικήφαναρτζοδουλειάςφαναρτζοδουλειών
Αιτιατικήφαναρτζοδουλειάφαναρτζοδουλειές
Κλητικήφαναρτζοδουλειάφαναρτζοδουλειές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →