φανατικά
•
- με φανατισμό, με πάθος, με μεγάλη ένταση, χωρίς να δέχεται άλλη άποψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανατικά < φανατικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
φανατικά < φανατικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →