Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φανοποιός

/fa.no.piˈos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επίσημοσυνώνυμο του φαναρτζής Βικιλεξικό
    • Το λαδορρόϊ ἢ λαδικό εἶναι τὸ ἐκ λευκοσιδήρου ὑπὸ τῶν φανοποιῶν κατασκευαζόμενον ἀγγεῖον, ἔνθα τίθεται τὸ ἔλαιον, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰ φαγητά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925)

Ετυμολογία

φανοποιός < φαν(ός) + -ο- + -ποιός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφανοποιόςφανοποιοί
Γενικήφανοποιούφανοποιών
Αιτιατικήφανοποιόφανοποιούς
Κλητικήφανοποιέφανοποιοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →