φαντάζω
•
- εντυπωσιάζω με την εμφάνισή μου Βικιλεξικό
- Πώς φαντάζω με το νυφικό;
- στο τρίτο πρόσωπο, ως απρόσωπο (φαντάζει) έχει την έννοια του μοιάζει, φαίνεται Βικιλεξικό
- Φαντάζει απίθανο να έρθει πια τέτοια ώρα
- Τώρα πιά φαντάζει παράδοξο να συμφωνήσει
Ετυμολογία
φαντάζω < αρχαία ελληνική φαντάζω (φανερώνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαντάζω | φαντάζεις | φαντάζει | φαντάζουμε | φαντάζετε | φαντάζουν / φαντάζουνε |
| Παρατατικός | φάνταζα | φάνταζες | φάνταζε | φαντάζαμε | φαντάζατε | φάνταζαν / φαντάζαν / φαντάζανε |
| Αόριστος | φάνταξα | φάνταξες | φάνταξε | φαντάξαμε | φαντάξατε | φάνταξαν / φαντάξαν / φαντάξανε |
| Μέλλοντας | θα φαντάζω / θα φαντάξω | θα φαντάζεις / θα φαντάξεις | θα φαντάζει / θα φαντάξει | θα φαντάζουμε / θα φαντάξουμε | θα φαντάζετε / θα φαντάξετε | θα φαντάζουν / θα φαντάζουνε / θα φαντάξουν / θα φαντάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω φαντάξει | έχεις φαντάξει | έχει φαντάξει | έχουμε φαντάξει | έχετε φαντάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φαντάξει | είχες φαντάξει | είχε φαντάξει | είχαμε φαντάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φαντάξει / να φαντάζω / να φαντάξω | να έχεις φαντάξει / να φαντάζεις / να φαντάξεις | να έχει φαντάξει / να φαντάζει / να φαντάξει | να έχουμε φαντάξει / να φαντάζουμε / να φαντάξουμε | να έχετε φαντάξει / να φαντάζετε / να φαντάξετε | να φαντάζουν / να φαντάζουνε / να φαντάξουν / να φαντάξουνε |
| Προστακτική | — | φάνταζε / φάνταξε | — | — | φαντάζετε / φαντάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →